Το εάν υπάρχει η δυνατότητα ώστε «οι τοπικές και περιφερειακές αρχές, αλλά και η ελληνική κυβέρνηση να εντάξουν την περιοχή της Θεσσαλονίκης σε δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης», ζητά να πληροφορηθεί η ευρωβουλευτής της ΝΔ, Μαρία Σπυράκη, με σχετική ερώτηση, που κατέθεσε, προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Αφορμή για την ερώτηση στάθηκε «η απόφαση της Κομισιόν να παραπέμψει την Ελλάδα στο Δικαστήριο της ΕΕ σχετικά με την κακή ποιότητα του αέρα, λόγω των υψηλών επιπέδων αιωρούμενων σωματιδίων στην ατμόσφαιρα (ΑΣ 10), με βάση στοιχεία από το 2005 ως το 2019» στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση, «με βάση τα στοιχεία που υπέβαλλε η Ελλάδα στην Κομισιόν, στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, καταγράφηκαν συστηματικές υπερβάσεις των ανωτάτων προβλεπόμενων ορίων για 14 συναπτά έτη, από το 2005 (με εξαίρεση το 2013) μέχρι και το 2019». Επιπλέον, σύμφωνα με το κείμενο της ερώτησης, «η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι, επί του παρόντος, ο μεγαλύτερος περιβαλλοντικός κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία στην ΕΕ, με 379.000 πρόωρους θανάτους, που οφείλονται στην έκθεση σε σωματίδια, 54.000 σε διοξείδιο του αζώτου και 19.000 σε όζον στο έδαφος», ενώ «οι καρδιακές παθήσεις και τα εγκεφαλικά επεισόδια είναι οι πιο συνηθισμένοι λόγοι για τον πρόωρο θάνατο, που οφείλονται στην ατμοσφαιρική ρύπανση, ακολουθούμενες από πνευμονικές ασθένειες και καρκίνο του πνεύμονα». Για τους λόγους αυτούς, η κ. Σπυράκη ρωτά την Ευρωπαϊκή Επιτροπή:
- Ποιες δυνατότητες έχουν οι τοπικές και περιφερειακές αρχές, καθώς και η ελληνική κυβέρνηση, για να εντάξουν την περιοχή της Θεσσαλονίκης σε δράσεις για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας; Και
2. Εάν υπάρχουν διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα στο τρέχον Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο και τι κονδύλια προβλέπονται για τη νέα προγραμματική περίοδο από τα ευρωπαϊκά ταμεία για την αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Δείτε live τις τιμές των μετοχών και των εμπορευμάτων